Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

22/10/12

Πόσο αποδίδουν τα αρωματικά φυτά

Eσοδα που φθάνουν και ξεπερνούν τα 2.000 ευρώ το στρέμμα μπορεί να προσφέρει η βιολογική καλλιέργεια ενός αρωματικού φυτού. Αυτό άλλωστε που καθιστά ελκυστικές τις καλλιέργειες αρωματικών φυτών είναι ότι οι στρεμματικές οικονομικές αποδόσεις υπερδιπλασιάζονται όταν αυτές γίνονται με βιολογικά κριτήρια.

Η οικονομική απόδοση στο θυμάρι είναι σχεδόν τριπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, ενώ τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να ξεπεράσουν τα 2.000 ευρώ. Για παράδειγμα, η οικονομική απόδοση στο θυμάρι είναι σχεδόν τριπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, ενώ τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να ξεπεράσουν τα 2.000 ευρώ.Το θυμάρι είναι ένας μικρός αρωματικός θάμνος που ανήκει στα πολυετή φυτά με διάρκεια ζωής γύρω στα 7 έτη. Ευδοκιμεί τόσο σε περιοχές θερμές όσο και σε ψυχρές. Αναπτύσσεται σε περιοχές ηλιόλουστες έως μερικά σκιαζόμενες. Σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο και νότια έκθεση παρατηρείται υψηλότερη περιεκτικότητα αιθέριου ελαίου.

 

Η οικονομική απόδοση στη ρίγανη είναι υπερδιπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να προσεγγίσουν τα 1.000 ευρώ. Η απόδοση σε χλωρή μάζα ρίγανης φτάνει τα 300-400 κιλά ανά στρέμμα που αντιστοιχεί σε 100-150 κιλά ξηρό βάρος ανά στρέμμα. Η τιμή της ξηρής δρόγης κυμαίνεται από 1,8 ευρώ έως 2,3 ευρώ όταν αφορά σε συμβατική καλλιέργεια και μπορεί να φτάσει τα 6,5 ευρώ όταν πρόκειται για βιολογική καλλιέργεια.

Η αποξηραμένη λεβάντα που προέρχεται από βιολογική καλλιέργεια φθάνει να πωλείται στην εγχώρια αγορά έως 11,5 ευρώ το κιλό, ενώ στις αγορές του εξωτερικού οι τιμές πώλησης είναι σημαντικά υψηλότερες, όταν πληρούνται τα ποιοτικά κριτήρια. Η απόδοση σε χλωρό βάρος λεβάντας τον πρώτο χρόνο είναι 50-100 κιλά ανά στρέμμα, τον δεύτερο 200-250 κιλά ανά στρέμμα και τον τρίτο 300-350 κιλά ανά στρέμμα. Το αιθέριο έλαιο της λεβάντας χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων όπως ποτά, παγωτά, στην κοσμετολογία, στην αρωματοποιία, στη σαπωνοποιία και στον αρωματισμό χώρων.

Μπορεί η καλλιέργεια της μέντας - όντας αρδευτική - να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις και υψηλότερο κόστος παραγωγής από τις ξηρικές καλλιέργειες της ρίγανης και της λεβάντας, παρόλα αυτά οι αποδόσεις σε έσοδα είναι πολλαπλάσιες, φθάνοντας να ξεπερνούν τις 3.500 ευρώ ανά στρέμμα. Συγκεκριμένα, τιμή της βιολογικής μέντας κινείται στα επίπεδα των 6-7 ευρώ το κιλό. Είναι όμως αρδευόμενη καλλιέργεια και απαιτεί συχνά ποτίσματα. Μάλιστα, την περίοδο του καλοκαιριού μπορεί να χρειαστούν έως και 3 ποτίσματα τη βδομάδα.

Η μέντα ευδοκιμεί σε περιοχές θερμές και ψυχρές. Καλύτερη ανάπτυξη σε περιοχές με εύκρατο κλίμα και δροσερό καλοκαίρι. Απαιτούνται εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα, με αρκετή υγρασία, γόνιμα, πλούσια σε οργανική ουσία και μέσης σύστασης. Καλύτερο pH ανάπτυξης 6,5-7,5. Αναπτύσσεται ικανοποιητικά και σε ελαφρώς όξινα εδάφη.

Υπερδιπλάσιες οικονομικές αποδόσεις φέρνει και η βιολογική καλλιέργεια βασιλικού έναντι της συμβατικής, με τα έσοδα σε ετήσια βάση να υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ. Το ετήσιο κόστος για τον βασιλικό υπολογίζεται σε 300 ευρώ ανά στρέμμα δίνοντας καθαρό εισόδημα 800-1.100 ευρώ στην περίπτωση της συμβατικής καλλιέργειας.

Ο βασιλικός προτιμά περιοχές ηλιόλουστες μπορεί να αναπτυχθεί και με μερική σκίαση, αλλά τα φυτά δεν είναι εύρωστα. Αναπτύσσεται σε εδάφη μέσης σύστασης, πλούσια σε οργανική ουσία και καλά αποστραγγιζόμενα και έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε νερό.

Τα αιθέρια έλαια των φύλλων του βασιλικού περιέχουν, eugenol, eugenal, carvacrol, methyl-chavicol (estragol), limatrol, cariophyllin, ενώ τα αιθέρια έλαια του σπόρου έχουν λιπαρά οξέα και sitosterol. Τα φύλλα αυτού του είδους περιέχουν αιθέριο έλαιο (0,20-1,00%). Η ποσότητα και η ποιότητα αυτών των ελαίων επηρεάζονται πάντως από πολλούς παράγοντες.

Με το κόστος της ξηρικής καλλιέργειας γλυκάνισου να μην υπερβαίνει τα 150 ευρώ ανά στρέμμα, η οικονομική απόδοση φθάνει τα 500 ευρώ το στρέμμα ανά έτος. Το γλυκάνισο αναπτύσσεται σε περιοχές με ηπειρωτικό ή εύκρατο κλίμα. Ολες οι πεδινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κρύο δεν είναι πολύ έντονο είναι κατάλληλες. Συνήθως η καλλιέργειά του γίνεται χωρίς άρδευση.

Το αιθέριο έλαιό του είναι καλύτερο και ακριβότερο από εκείνο του μάραθου γιατί περιέχει περισσότερη ανηθόλη. Το αιθέριο έλαιο παράγεται με απόσταξη στον ατμό και έχει χαρακτηριστική οσμή και γεύση,

Πώς θα γίνουν η φύτευση και η αξιοποίηση

Η εγκατάσταση της καλλιέργειας μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το φυτικό είδος και τα μέσα που διαθέτει ο παραγωγός. Τα περισσότερα είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο και μετά τη δημιουργία των αρχικών φυτωρίων σε υπαίθρια σπορεία ή θερμοκήπια μεταφυτεύονται στο χωράφι το φθινόπωρο ή την άνοιξη.

Στην Ελλάδα επιτυχής πρακτική για πολλά, πολυετή κυρίως είδη, είναι η δημιουργία υπαίθριων φυτωρίων αργά το καλοκαίρι και η εγκατάσταση των φυτωρίων στο χωράφι το φθινόπωρο, πριν από τους παγετούς.

Αλλα είδη πολλαπλασιάζονται δύσκολα ή και καθόλου με σπόρο, γι' αυτό και επιλέγονται άλλοι τρόποι πολλαπλασιασμού, όπως η δημιουργία μοσχευμάτων, παραφυάδων ή ο πολλαπλασιασμός με ριζώματα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραγωγοί επιλέγουν την αγορά έτοιμων φυτωρίων από το εμπόριο.

Αγορά
Η αγορά ριζωμάτων και φυτωρίων από τα εξειδικευμένα φυτώρια συχνά κοστίζει αρκετά (αν υπολογιστεί κατά μέσο όρο ότι κοστίζουν περισσότερο από 0,15-0,25 ευρώ ανά φυτό στην Ελλάδα και 0,05-0,18 ευρώ σε εξειδικευμένα φυτώρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης).

Με μια τυπική πυκνότητα φύτευσης, περίπου 4.000 φυτών ανά στρέμμα, η δαπάνη για το φυτικό υλικό εγκατάστασης μπορεί να είναι περισσότερο από 600 - 1.000 ευρώ ανά στρέμμα.

Στις πολυετείς καλλιέργειες το κόστος για την απόκτηση πολλαπλασιαστικού υλικού βαρύνει κυρίως τον πρώτο χρόνο της καλλιέργειας, καθόσον τα επόμενα χρόνια ο παραγωγός μπορεί από τις έτοιμες φυτείες να δημιουργήσει το δικό του πολλαπλασιαστικό υλικό και να επεκτείνει την καλλιέργεια.

Πηγή: green-e.gr